γνωμίδιον

γνωμ-ίδιον, τό, Dim. of γνώμη, Ar. Eq.100, Nu.321, Luc.Par.42.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμίδιον — γνωμίδιον, το (Α) [γνώμη] γνωμικό, απόφθεγμα …   Dictionary of Greek

  • γνωμίδιον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμιδίων — γνωμίδιον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμιδίῳ — γνωμίδιον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμίδια — γνωμίδιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμιδιώκτης — γνωμιδιώκτης, ο (Α) αυτός που χρησιμοποιεί στον λόγο του γνωμίδια, αποφθέγματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. γνωμιδιώκτης αντί γνωμιδιοδιώκτης < γνωμίδιον + διώκτης, με απλολογία] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.